Πίσω από τη βαριά, επιβλητική σιλουέτα και το ασυμβίβαστο βλέμμα κρύβεται μια διαδρομή γεμάτη πληγές, εσωτερικές συγκρούσεις και μια αγωνιώδη πάλη με τα προσωπικά του φαντάσματα. Ο Βασίλης Μπισμπίκης, που αυτή την περίοδο μαγνητίζει τα βλέμματα ενσαρκώνοντας τον αδυσώπητο Μανούσο Γρυλογιάννη στη νέα δραματική παραγωγή «Δυο μαύρα πουκάμισα», ενώ παράλληλα πυρετωδώς προετοιμάζει τις θεατρικές του επιστροφές στον Τεχνοχώρο Cartel, άνοιξε την ψυχή του χωρίς φίλτρα και χωρίς καμία διάθεση ωραιοποίησης.

Για χρόνια ολόκληρα, μια αόρατη θηλιά έσφιγγε την καθημερινότητά του. Μέχρι το κομβικό έτος 2015, ο ίδιος βρισκόταν εγκλωβισμένος σε έναν ατέρμονο, ψυχοφθόρο αγώνα να αποδείξει την αξία του. Κυνηγούσε με λύσσα την αποδοχή, ιδίως από τους ομότεχνους και το ίδιο του το σινάφι, πασχίζοντας να ακούσει τη σφραγίδα της αναγνώρισης. Όμως αυτό το ασταμάτητο κυνήγι κατέληξε σε εφιάλτη. Κινούνταν με το χειρόφρενο τραβηγμένο στα άκρα, μέχρι που οι αντοχές του κατέρρευσαν. Βυθίστηκε σε μια βαθιά καταθλιπτική κατάσταση, βασανισμένος από απανωτές κρίσεις πανικού, επειδή ένιωθε παγιδευμένος και ανίκανος να πάρει την καλλιτεχνική στροφή που ούρλιαζε μέσα του.
Η λύτρωση ήρθε μόνο όταν αποφάσισε να τα τινάξει όλα στον αέρα. Αυτό που τελικά τον κράτησε όρθιο στην άκρη του γκρεμού ήταν, όπως ομολογεί, ο βαθύς εγωισμός του. Ένα αγρίμι μοναχικό από τα παιδικά του χρόνια, δίχως ισχυρούς δεσμούς ασφάλειας με το περιβάλλον του, είχε βρεθεί επανειλημμένα να φλερτάρει με καταστάσεις ακραίες. Κομμάτια ενός παρελθόντος τόσο σκοτεινού, που θα μπορούσαν να τον είχαν σύρει κατευθείαν σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα, στα σίδερα της φυλακής ή ακόμα και στο οριστικό τέλος.

Το σανίδι μετατράπηκε στη δική του απόλυτη σωτηρία, στην πιο δυνατή «ντόπα» που απορρόφησε κάθε ικμάδα της ύπαρξής του. Μια παράλληλη πραγματικότητα όπου μπορούσε επιτέλους να αναπνεύσει, αφήνοντας πίσω άλλους, πολύ πιο επικίνδυνους κόσμους. Αυτή ακριβώς η σκληρή βιωματική διαδρομή είναι που τον κάνει να στρέφει διαρκώς την προσοχή του στους ανθρώπους του περιθωρίου. Στους αόρατους των φαναριών, σε όσους λύγισαν επειδή δεν άντεξαν τη σκληρότητα μιας αδυσώπητης πραγματικότητας.
Τώρα, καθώς ετοιμάζεται να αναμετρηθεί ξανά με το κοινό στο Cartel μέσα από τον εμβληματικό «Σωσμένο» του Έντουαρντ Μποντ και το σαρωτικό «Άνθρωποι και ποντίκια», ο ηθοποιός και σκηνοθέτης κοιτάζει πίσω χωρίς φόβο. Γιατί γνωρίζει καλά πως για να σταθείς στο φως, πρέπει πρώτα να έχεις κοιτάξει κατάματα τα βαθύτερα σκοτάδια σου.