Κλέλια Ρένεση: Από το «αγρίμι» της εφηβείας σε μια διαφορετική ματιά για την αγάπη

Η Κλέλια Ρένεση μίλησε χωρίς περιστροφές για τον χαρακτήρα της στα παιδικά και εφηβικά της χρόνια, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται σήμερα τις σχέσεις, την αγάπη και τη μονιμότητα. Η ηθοποιός βρέθηκε στην πρεμιέρα του «The 2Night Show» με τον Γρηγόρη Αρναούτογλου και η συζήτηση σύντομα πήρε έναν πιο προσωπικό τόνο, φέρνοντας στην επιφάνεια πλευρές του εαυτού της που η ίδια θυμάται με αρκετό χιούμορ και ειλικρίνεια.

Γυρίζοντας πίσω στα χρόνια της παιδικής της ηλικίας, η Κλέλια Ρένεση περιέγραψε τον εαυτό της ως ένα παιδί που στην αρχή ήταν αρκετά υπάκουο. Όπως είπε, παρατηρούσε περισσότερο τους ανθρώπους και τις καταστάσεις γύρω της, μέχρι που σταδιακά άρχισε να αντιδρά διαφορετικά και να διεκδικεί περισσότερο τον χώρο της.

Η μεγάλη αλλαγή, όπως την περιγράφει η ίδια, ήρθε στην εφηβεία. Τότε αισθάνθηκε πως οι περιορισμοί και οι κανόνες δεν της ταίριαζαν καθόλου και ο χαρακτήρας της έγινε πολύ πιο έντονος. Με τον χαρακτηριστικό της τρόπο, παραδέχτηκε πως εκείνη την περίοδο ήταν «αγρίμι» και πως «άρπαξε λίγο φλάντζα», αποτυπώνοντας με μια φράση την πιο άγρια και ανήσυχη πλευρά της εφηβείας της.

Η Κλέλια Ρένεση θυμήθηκε επίσης τα μαθητικά της χρόνια στο Παγκράτι, όπου μεγάλωσε, ενώ έχει καταγωγή από τη Ζάκυνθο. Η σχέση της με το σχολείο δεν ήταν ιδιαίτερα στενή, αφού, όπως εξήγησε, δεν της άρεσε από μικρή η αίσθηση του περιορισμού και οι πολλοί κανόνες. Όταν άρχισε η κοινωνική ζωή στο γυμνάσιο, όπως περιέγραψε, μπήκε στη διαδικασία να γνωρίσει καλύτερα τους ανθρώπους και να αντιμετωπίσει τις καταστάσεις με έναν δικό της τρόπο.

Ακόμη και οι εικόνες που είχε επιλέξει για το δωμάτιό της αποτύπωναν εκείνη την πιο αντισυμβατική περίοδο. Ανάμεσα στα στοιχεία που θυμήθηκε ήταν και μια αφίσα του Άλις Κούπερ, ενώ τόνισε πως δεν ήταν ιδιαίτερα άνθρωπος των ειδώλων.


Από τις αναμνήσεις της εφηβείας, η συζήτηση πέρασε σε κάτι που εξακολουθεί να την ακολουθεί μέχρι σήμερα: τη δυσκολία της απέναντι στη μονιμότητα. Η Κλέλια Ρένεση εξήγησε πως ακόμη και μια φαινομενικά απλή απόφαση, όπως το να κρεμάσει ένα κάδρο στον τοίχο, μπορεί να την κάνει να το ξανασκεφτεί.

Ο λόγος είναι απλός και ταυτόχρονα αποκαλυπτικός για τον τρόπο που σκέφτεται. Αν αύριο αλλάξει γνώμη και δεν της αρέσει πλέον το κάδρο στο ίδιο σημείο, θα έχει μείνει η τρύπα στον τοίχο. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζει και το τατουάζ, εξηγώντας πως δεν έχει κάνει ποτέ, καθώς δεν της αρέσει η ιδέα μιας μόνιμης «στάμπας» που μπορεί να σε προσδιορίζει για πάντα.

Και κάπου εκεί, η κουβέντα οδηγήθηκε στην αγάπη. Η άποψη της Κλέλιας Ρένεση για το συναίσθημα ήταν ίσως το πιο ουσιαστικό κομμάτι της εξομολόγησής της. Για την ίδια, όταν η αγάπη έχει υπάρξει πραγματικά ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, δεν εξαφανίζεται απλώς επειδή η σχέση τελειώνει ή επειδή οι ζωές τους αλλάζουν πορεία.

Αντίθετα, πιστεύει πως η αγάπη μεταμορφώνεται και παίρνει μια διαφορετική μορφή, η οποία μπορεί να γίνει πιο χρήσιμη και για τους δύο ανθρώπους. Ακόμη κι όταν οι δρόμοι χωρίζουν και οι συνθήκες αλλάζουν, το συναίσθημα που υπήρξε δεν παύει να αποτελεί μέρος της ιστορίας τους.

Η ίδια σημείωσε πως η ζωή βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση και πως οι άνθρωποι αλλάζουν μαζί με τις καταστάσεις. Γι’ αυτό και θεωρεί περιττό να προσπαθεί κάποιος να δώσει μια απόλυτη υπόσχεση για το πώς θα αισθάνεται για πάντα. Κάθε μέρα τα δεδομένα μετακινούνται, τα «νερά» αλλάζουν και η ζωή συνεχίζει να προχωρά.

Για την Κλέλια Ρένεση, αυτό δεν σημαίνει ότι η αγάπη χάνεται. Σημαίνει πως αλλάζει μορφή, όπως αλλάζει και το ίδιο το έργο της ζωής. Η βασική δομή μπορεί να παραμένει ίδια, όμως ο τρόπος με τον οποίο την προχωράς και την εκφράζεις μετασχηματίζεται, ανάλογα με την κατεύθυνση που επιλέγεις να πάρεις.

Από το «αγρίμι» της εφηβείας που δυσκολευόταν να χωρέσει σε κανόνες, μέχρι τη γυναίκα που σήμερα αντιμετωπίζει ακόμη και μια τρύπα στον τοίχο ως υπενθύμιση της μονιμότητας, η Κλέλια Ρένεση έδωσε μια εξαιρετικά προσωπική εικόνα του τρόπου με τον οποίο βλέπει τη ζωή. Και μέσα από αυτή τη διαφορετική ματιά, η αγάπη παρουσιάστηκε όχι ως κάτι ακίνητο, αλλά ως ένα συναίσθημα που μπορεί να αλλάζει μορφή χωρίς να παύει να υπάρχει.