Η αλήθεια που σόκαρε τους πάντες για τη Νάνα Μούσχουρη και τα σκοτεινά μυστικά πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μιας θρυλικής προσωπικότητας που όλα όσα γνωρίζαμε καταρρέουν σαν χάρτινος πύργος, αποκαλύπτοντας το πραγματικό, αμείλικτο πρόσωπο της ιστορίας. Στις 13 Οκτωβρίου, η Νάνα Μούσχουρη γιορτάζει τα γενέθλιά της, αφήνοντας πίσω της μια διαδρομή που ξεπερνά τα όρια της ελληνικής μουσικής και έχει συνδεθεί ανεξίτηλα με την παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά, κουβαλημένη όμως με θυσίες και βαριές πληγές. Με τη χαρακτηριστική φωνή της, τα εμβληματικά γυαλιά που έγιναν σήμα κατατεθέν της ψυχής της και την ξεχωριστή σκηνική παρουσία της, κατάφερε να γίνει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες Ελληνίδες καλλιτέχνιδες διεθνώς, μια γυναίκα σύμβολο που ποδοπάτησε τα εμπόδια.

Γεννημένη στα Χανιά στις 13 Οκτωβρίου 1934, μεγάλωσε σε μια σκληρή οικογένεια που γνώρισε κατάματα τις πιο μαύρες δυσκολίες της εποχής. Σε ηλικία μόλις τριών ετών μετακόμισε με τους γονείς και την αδελφή της στην Αθήνα, όπου άρχισε σταδιακά να διαμορφώνει την εκρηκτική σχέση της με τη μουσική, σαν ένα καταφύγιο μέσα στη φτώχεια και τον πόνο. Το 1950 εισήχθη στο Ωδείο Αθηνών, μελετώντας με θρησκευτική ευλάβεια κλασική μουσική και λυρικό τραγούδι. Ωστόσο, η ακατανίκητη επιθυμία της να τραγουδά και εκτός των τειχών του Ωδείου την οδήγησε σε μια δραματική και μοιραία επιλογή: το 1957 αποβλήθηκε από τη σχολή επειδήλ τολμούσε να εμφανίζεται σε λαϊκό μουσικό πρόγραμμα, σπάζοντας τα ταμπού της εποχής.

Η καθοριστική και εκρηκτική στιγμή που άλλαξε για πάντα τη ροή της ζωής της υπήρξε η μοιραία γνωριμία της με τον Μάνο Χατζιδάκι το 1958. Ο σπουδαίος συνθέτης αναγνώρισε αμέσως το σπάνιο, θεϊκό ταλέντο της και τη βοήθησε να κάνει τα πρώτα της τεράστια βήματα στον χώρο της τέχνης. Η σαρωτική επιτυχία δεν άργησε να έρθει, με τραγούδια όπως το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» και το συγκλονιστικό «Χάρτινο το φεγγαράκι» να μαγεύουν και να διχάζουν το ελληνικό κοινό.

Σύντομα, η φωνή της ταξίδεψε σαν καταιγίδα πέρα από τα σύνορα της χώρας, αφήνοντας άναυδη την Ευρώπη. Το 1960 κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Μεσογειακού Τραγουδιού στη Βαρκελώνη, ενώ το «Τα λευκά ρόδα της Αθήνας» γνώρισε τεράστια, ανεπανάληπτη επιτυχία στη Γερμανία και τη σύστησε σε ένα ευρύτερο διεθνές κοινό. Το 1963 εκπροσώπησε το Λουξεμβούργο στη Eurovision προκαλώντας αίσθηση, ενώ στη συνέχεια συνεργάστηκε με τιτάνες της παγκόσμιας μουσικής, ανάμεσά τους ο Χάρι Μπελαφόντε και ο Μισέλ Λεγκράν.

Κατά τις επόμενες δεκαετίες, η Νάνα Μούσχουρη καθιερώθηκε ως μια πολυγλωσσική ερμηνεύτρια με τεράστιο, ασυμμάζευτο ρεπερτόριο. Τραγούδησε στα ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά και σε πολλές άλλες γλώσσες, κυκλοφορώντας δεκάδες χρυσά άλμπουμ και πραγματοποιώντας sold out συναυλίες σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ανάμεσα στις τεράστιες επιτυχίες της ξεχωρίζουν τα αθάνατα «Only Love», «Je chante avec toi Liberté» και «White Rose of Athens».

Ιδιαίτερη και βαθιά πληγωμένη θέση στην καρδιά της κατέχει η Ελλάδα. Το 1984 επέστρεψε στην Αθήνα ύστερα από δύο ολόκληρες δεκαετίες σκληρής απουσίας, δίνοντας δύο ιστορικές συναυλίες στο Ηρώδειο, τις οποίες έχει περιγράψει ως μία από τις πιο συγκλονιστικές και γλυκές αναμνήσεις της σκηνικής της πορείας. Ακολούθησαν νέες εκρηκτικές εμφανίσεις στη χώρα και συνεργασίες με θρύλους όπως ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Νίκος Γκάτσος. Το 2004 ξεκίνησε την αποχαιρετιστήρια παγκόσμια περιοδεία της, η οποία ολοκληρώθηκε συγκλονιστικά στην Ελλάδα το 2008, χωρίς αυτό να σημαίνει ποτέ ότι η σχέση της με τη μουσική έπαψε να αποτελεί την ίδια της την ανάσα.

Η προσφορά της, ωστόσο, δεν περιορίστηκε ποτέ μόνο στο τραγούδι, αλλά πέρασε σε άλλο επίπεδο ευθύνης. Το 1993 ορίστηκε πρέσβειρα καλής θελήσεως της UNICEF, αναλαμβάνοντας επικίνδυνες και δύσκολες δράσεις για την προάσπιση των δικαιωμάτων των παιδιών. Έναν χρόνο αργότερα εξελέγη ευρωβουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία και παρέμεινε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έως το 1999, συμμετέχοντας σε κρίσιμες πρωτοβουλίες για τον πολιτισμό. Για τη συνολική της προσφορά έχει τιμηθεί με κορυφαίες διακρίσεις, ανάμεσα στις οποίες βραβεία και παράσημα από τη Γαλλία, καθώς και το Echo Music Prize το 2015 για το σύνολο της ασύλληπτης καριέρας της.

Στην προσωπική της ζωή, τα μυστικά και οι πόνοι σημάδεψαν την πορεία της: παντρεύτηκε το 1960 τον κιθαρίστα Γιώργο Πετσίλα, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, τον Νικόλα και την Ελένη, προτού το ζευγάρι οδηγηθεί σε έναν οδυνηρό χωρισμό το 1974. Αργότερα, το 2003, βρήκε ξανά το λιμάνι της παντρευόταν τον Γάλλο μουσικό παραγωγό Αντρέ Σαπέλ, με τον οποίο διατηρούσε μακροχρόνια, κρυφή σχέση.

Πέρα από τις επιτυχίες, τα δάκρυα και τις διεθνείς διακρίσεις, η Νάνα Μούσχουρη ξεχωρίζει για την απόλυτη αφοσίωση στην τέχνη της, την αμείλικτη εργατικότητα και τη διαρκή διάθεσή της να εξερευνά διαφορετικά μουσικά είδη και πολιτισμούς. Η πορεία της αποδεικνύει ότι η μουσική μπορεί να γκρεμίσει τείχη και να ενώσει ανθρώπους πέρα από σύνορα. Με μια καριέρα που εκτείνεται σε περισσότερες από έξι δεκαετίες, η Νάνα Μούσχουρη παραμένει αθάνατη στην παγκόσμια ιστορία.