Υπάρχουν εκείνοι που κοιτούν την εποχή τους μέσα από ψυχρές οθόνες και υπάρχουν κι εκείνοι που κουβαλούν την Ιστορία στην τσέπη του παλτό τους, φυλακισμένη σε φθαρμένες σελίδες χαρτιού. Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος ανήκει αναμφισβήτητα στη δεύτερη, σπάνια πλέον κατηγορία. Είναι από εκείνους τους μάχιμους ρεπόρτερ της παλιάς, σκληρής σχολής, που έμαθαν τη δουλειά στον δρόμο, με τη λάσπη στα παπούτσια, το χαρακτηριστικό μπλοκ σημειώσεων πάντα πρόχειρο και ένα στυλό έτοιμο να γράψει την αλήθεια, αδιαφορώντας για το κόστος. Πολιτικός και δικαστικός συντάκτης με μια τεράστια πορεία που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1989, δεν έκρυψε ποτέ ότι η θέση του δεν ήταν ποτέ πίσω από μια άνετη πολυθρόνα γραφείου, αλλά εκεί ακριβώς που χτυπούσε η καρδιά της είδησης.
Το πρώτο του βάπτισμα του πυρός έγινε στα περίπτερα της Ομόνοιας, σε μια εποχή που η πόλη ανάσαινε διαφορετικά. Εκεί στεκόταν παρατηρώντας τους ανθρώπους να ξεφυλλίζουν τις εφημερίδες, σχολιάζοντας την επικαιρότητα, αλλά και τους οικοδόμους που περίμεναν καρτερικά στην οδό Αθηνάς για ένα μεροκάματο. Στην αρχή, ταπεινός και προσηλωμένος, κρατούσε πρόχειρες σημειώσεις και τις παρέδιδε στους παλαιότερους και πιο έμπειρους συναδέλφους του. Έτσι γεννήθηκε μια πορεία ζωής που τον έφερε αντιμέτωπο με τα πιο κρίσιμα κέντρα εξουσίας, τη δικαιοσύνη, αλλά και τις πιο σκοτεινές και δύσκολες πτυχές της κοινωνίας. Ακόμη κι όταν αργότερα ανέλαβε θέσεις ευθύνης, όπως αυτές του αρχισυντάκτη και του διευθυντή, η καρδιά του παρέμεινε στο πεζοδρόμιο.

Η διαδρομή του δεν ήταν ποθενά αγγελικά πλασμένη. Η φύση της δουλειάς τον έφερε σε επαφή με πρόσωπα από κάθε κομμάτι της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων ανθρώπων της νύχτας με βαριά παρουσία, χωρίς όμως ποτέ να χάσει την πυξίδα του. Οι εντάσεις του επαγγέλματος άφησαν τα σημάδια τους, όπως εκείνο το απίστευτο περιστατικό στα χρόνια των μνημονίων, όταν δεν δίστασε να βάλει τρικλοποδιά σε βουλευτή προκειμένου να αποσπάσει την πολυπόθητη δήλωση. Για εκείνον, το γράψιμο δεν είναι απλώς μια επαγγελματική υποχρέωση, αλλά μια ιερή συνήθεια από τα παιδικά του χρόνια. Στην τσάντα του κουβαλάει πάντα ένα βιβλίο και δύο μικρά μπλοκ, ένα για τη δουλειά και ένα προσωπικό ημερολόγιο που συμπληρώνει σχολαστικά κάθε μέρα. Το «μπλοκ και μπικ» έγινε το απόλυτο σήμα κατατεθέν του, μια α1κλόνητη δήλωση αντίστασης σε έναν κόσμο που τρέχει πλέον ψηφιακά.

Το πέρασμα των χρόνων και τα μεγάλα γεγονότα δοκίμασαν τις αντοχές του. Από τους πολέμους στη Σερβία και το Κόσοβο μέχρι τον καταστροφικό σεισμό στο Αίγιο το 1995, την κρίση στην Αλβανία και τον φονικό σεισμό της Αθήνας το 1999, ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της τραγωδίας. Όπως ο ίδιος εξομολογείται, άλλο είναι να βιώνεις την οδύνη στα 25 σου και εντελώς διαφορετικό όταν φτάνεις στα 50 και έχεις γίνει πατέρας, βλέποντας τα πράγματα μέσα από το βλέμμα της δικής σου οικογένειας και του γιου του, του Χρήστου. Οι πληγές και οι απώλειες που σημάδεψαν τη ζωή του έδωσαν βάθος στη ματιά του, ενώ οι αποκαλύψεις του για πρόσωπα όπως ο Γιώργος Μαζωνάκης και οι λόγοι που τον οδήγησαν να χορέψει ζεϊμπέκικο στην κηδεία του συγκίνησαν το πανελλήνιο στη σπάνια τηλεοπτική του συνέντευξη στον Γρηγόρη Αρναούτογλου. Ο ίδιος παραμένει πιστός στην ίδια αρχή που τον κυβερνά από τα 19 του χρόνια: διάβασμα, ρεπορτάζ, επαφή με τον κόσμο και η αμετάκλητη βεβαιότητα ότι τα γραπτά μένουν.